admiral
ad
ˈæd
ād
mi
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "admiral"στα αγγλικά

01

ναύαρχος, ο ανώτατος αξιωματικός σε ένα στόλο

the highest-ranking officer in a fleet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
admirals
αρσενικό ενικό
admiral
θηλυκό ενικό
admiral
neutral form
flag officer
Παραδείγματα
The admiral stood on the deck, surveying the fleet with a sense of pride and responsibility. 

Ο ναύαρχος στεκόταν στο κατάστρωμα, επιθεωρώντας τον στόλο με αίσθημα περηφάνιας και ευθύνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store