Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Callosity
01
κάλος, σκληρύνση του δέρματος
an area of skin that is thick or hard from continual pressure or friction (as the sole of the foot)
02
αναισθησία, σκληροκαρδία
the quality of being emotionally insensitive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
callosities
Λεξικό Δέντρο
callosity
callus



























