Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call down
01
επιπλήττω, μαλώνω
to tell someone they have done something wrong and express disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call down
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls down
ενεστώτα μετοχή
calling down
απλός αόριστος
called down
παθητική μετοχή
called down
Παραδείγματα
The parent called down their child for breaking a household rule.
Ο γονέας επέπληξε το παιδί του για την παραβίαση ενός κανόνα του νοικοκυριού.
02
επικαλούμαι, κατεβάζω
to make something happen or appear as if by magic
Παραδείγματα
The ancient wizard could call down thunderstorms with a mere wave of his staff.
Ο αρχαίος μάγος μπορούσε να κατεβάσει καταιγίδες με μια απλή κίνηση του ραβδιού του.
03
επικαλούμαι, ικετεύω
to request divine help or blessings through prayer
Παραδείγματα
They called down for strength during the challenging journey.
Κάλεσαν για δύναμη κατά τη δύσκολη διαδρομή.



























