to call down
Pronunciation
/kˈɔːl dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "call down"στα αγγλικά

to call down
[phrase form: call]
01

επιπλήττω, μαλώνω

to tell someone they have done something wrong and express disapproval
to call down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call down
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls down
ενεστώτα μετοχή
calling down
απλός αόριστος
called down
παθητική μετοχή
called down
Παραδείγματα
The supervisor called down the staff for not following safety protocols.
Ο επόπτης επέπληξε το προσωπικό για μη τήρηση των πρωτοκόλλων ασφαλείας.
02

επικαλούμαι, κατεβάζω

to make something happen or appear as if by magic
Παραδείγματα
The ceremony was designed to call down the blessings of the gods upon the village.
Η τελετή σχεδιάστηκε για να καλέσει τις ευλογίες των θεών στο χωριό.
03

επικαλούμαι, ικετεύω

to request divine help or blessings through prayer
Παραδείγματα
In times of crisis, people often call down divine intervention.
Σε καιρούς κρίσης, οι άνθρωποι συχνά επικαλούνται τη θεϊκή παρέμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store