Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call back
01
θυμάμαι, ανακαλώ
to remember something or someone from the past
Transitive: to call back memories
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call back
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls back
ενεστώτα μετοχή
calling back
απλός αόριστος
called back
παθητική μετοχή
called back
Παραδείγματα
His voice instantly called back memories of our time together.
Η φωνή του ανέκαμψε αμέσως αναμνήσεις από τον χρόνο μαζί.
02
επιστρέφω την κλήση, καλώ πάλι
to contact someone when the first attempt to communicate was missed or was unsuccessful
Dialect
Intransitive
Transitive: to call back sb/sth
Παραδείγματα
I'll call the client back as soon as I finish this meeting.
Θα καλέσω πίσω τον πελάτη μόλις τελειώσω αυτή τη συνάντηση.
03
καλώ πίσω, επιστρέφω
to return to a location one visited earlier
Dialect
British
Transitive: to call back sb
Παραδείγματα
The crew was called back to the set for a reshoot.
Το πλήρωμα καλέστηκε πίσω στο σετ για μια επανάληψη γυρίσματος.
04
ανακλώ, ζητώ επιστροφή
to ask for something one lent or gave, to be returned
Transitive: to call back something lent
Παραδείγματα
The neighbor called back the lawnmower after finishing the yard work.
Ο γείτονας ζήτησε πίσω το χορτοκοπτικό αφού τελείωσε τις εργασίες στον κήπο.



























