Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caliper
01
διαβήτης, παχύμετρο
(usually plural) a measuring tool with two jaws used to measure the distance between them or the dimensions of an object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calipers
Παραδείγματα
The jeweler relied on calipers to measure the diameter of gemstones for setting into jewelry.
Ο κοσμηματοπώλης βασίστηκε σε δαγκάνες για τη μέτρηση της διαμέτρου των πολύτιμων λίθων για την τοποθέτησή τους σε κοσμήματα.
to caliper
01
μετρώ με παχύμετρο, βαθμονομώ με καλιπέρ
measure the diameter of something with calipers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caliper
γ΄ ενικό πρόσωπο
calipers
ενεστώτα μετοχή
calipering
απλός αόριστος
calipered
παθητική μετοχή
calipered



























