Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calendar
01
ημερολόγιο, εφημερίδα
a page or set of pages showing the days, weeks, and months of a particular year, especially one put on a wall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calendars
Παραδείγματα
I have a beautiful calendar in my kitchen that shows images of different landscapes.
Έχω ένα όμορφο ημερολόγιο στην κουζίνα μου που δείχνει εικόνες από διαφορετικά τοπία.
02
ημερολόγιο, αλμανάκ
a system that measures and divides the year into specified periods
Παραδείγματα
They followed a lunar calendar to determine the dates of traditional festivals.
Ακολούθησαν ένα σεληνιακό ημερολόγιο για να καθορίσουν τις ημερομηνίες των παραδοσιακών εορτών.
03
ημερολόγιο, πρόγραμμα
a schedule or register listing planned events or appointments
Παραδείγματα
The court calendar was full for the month.
Το δικαστικό ημερολόγιο ήταν γεμάτο για τον μήνα.
to calendar
01
ημερολόγιο, προγραμματίζω
to record or schedule by placing on a calendar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
calendar
γ΄ ενικό πρόσωπο
calendars
ενεστώτα μετοχή
calendaring
απλός αόριστος
calendared
παθητική μετοχή
calendared
Παραδείγματα
The clerk calendared the hearing for next Tuesday.
Ο υπάλληλος πρόγραμμα την ακρόαση για την επόμενη Τρίτη.



























