calculator
Pronunciation
/ˈkælkjəˌleɪtɚ/

Ορισμός και σημασία του "calculator"στα αγγλικά

01

αριθμομηχανή, υπολογιστής

a small electronic device or software used to do mathematical operations
calculator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calculators
Παραδείγματα
The teacher allowed us to use calculators during the test.
Ο δάσκαλος μας επέτρεψε να χρησιμοποιήσουμε αριθμομηχανές κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας.
02

αριθμομηχανή, ειδικός υπολογισμών

an expert at calculation (or at operating calculating machines)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store