Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calculated
01
υπολογισμένος, προμελετημένος
carefully thought out in advance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most calculated
συγκριτικός βαθμός
more calculated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
planning, cognition, behavior
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
calculated
calculate
calcul



























