Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adjournment
01
αναβολή, προσωρινή αναστολή
the temporary suspension or postponement of a legal proceeding or meeting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adjournments
Παραδείγματα
The judge called for a brief adjournment to allow the attorneys to review new evidence.
Ο δικαστής ζήτησε μια σύντομη διακοπή για να επιτρέψει στους δικηγόρους να εξετάσουν νέα στοιχεία.
02
αναβολή, κλείσιμο
the formal conclusion of a meeting or session
Παραδείγματα
The senate's adjournment marked the end of the day's session.
Η αναβολή της γερουσίας σήμανε το τέλος της ημερήσιας συνεδρίασης.
Λεξικό Δέντρο
adjournment
adjourn



























