adjournment
ad
ə
ē
journ
ˈʤɜ:n
jēn
ment
mənt
mēnt
discernmentinternment

Ορισμός και σημασία του "adjournment"στα αγγλικά

01

αναβολή, προσωρινή αναστολή

the temporary suspension or postponement of a legal proceeding or meeting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adjournments
Παραδείγματα
The judge called for a brief adjournment to allow the attorneys to review new evidence. 

Ο δικαστής ζήτησε μια σύντομη διακοπή για να επιτρέψει στους δικηγόρους να εξετάσουν νέα στοιχεία.

02

αναβολή, κλείσιμο

the formal conclusion of a meeting or session 
Παραδείγματα
The senate's adjournment marked the end of the day's session. 

Η αναβολή της γερουσίας σήμανε το τέλος της ημερήσιας συνεδρίασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adjournment
adjourn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store