Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cairn
01
cairn, σωρός από πέτρες
a mound of stones piled up as a memorial or to mark a boundary or path
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cairns



























