cairn
cairn
kɛrn
kern
/kˈe‍ən/

Ορισμός και σημασία του "cairn"στα αγγλικά

01

cairn, σωρός από πέτρες

a mound of stones piled up as a memorial or to mark a boundary or path
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cairns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store