cable
ca
ˈkeɪ
kei
ble
bəl
bēl
capable

Ορισμός και σημασία του "cable"στα αγγλικά

01

καλώδιο, ηλεκτρικό καλώδιο

a group of wires bundled together for transmitting electricity that is protected within a rubber case 
cable definition and meaning
Παραδείγματα
The electrician installed a new cable to ensure a stable power supply to the building. 

Ο ηλεκτρολόγος εγκατέστησε ένα νέο καλώδιο για να εξασφαλίσει σταθερή παροχή ρεύματος στο κτίριο.

02

καλώδιο, καλωδιακή τηλεόραση

a system that delivers television programming via coaxial or fiber-optic cables 
cable definition and meaning
Παραδείγματα
Our apartment subscribes to a cable service. 

Το διαμέρισμά μας συνδρομεί σε μια υπηρεσία καλωδιακής τηλεόρασης.

2.1

καλώδιο, καλωδιακή τηλεόραση

television programming transmitted over a cable network directly to the viewer 
Παραδείγματα
She watched the documentary on cable last night. 

Παρακολούθησε το ντοκιμαντέρ στο καλώδιο χθες το βράδυ.

03

καλώδιο, σχοινί

a thick rope made of wire or hemp, often used for lifting, towing, or securing objects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cables
Παραδείγματα
A strong cable is essential for sailing, providing durability in rough waters. 

Ένα ισχυρό καλώδιο είναι απαραίτητο για την ιστιοπλοΐα, παρέχοντας ανθεκτικότητα σε τραχιά νερά.

04

καλώδιο, τηλεγράφημα

a message or dispatch sent internationally, traditionally by telegraph 
Παραδείγματα
He sent a cable to his business partner in London. 

Έστειλε ένα καλώδιο στον επιχειρηματικό του συνεργάτη στο Λονδίνο.

05

καλώδιο, ναυτικό μίλι

a unit of length used in maritime contexts, approximately one-tenth of a nautical mile or 185 meters 
Παραδείγματα
The ship anchored two cables from shore. 

Το πλοίο αγκυροβόλησε δύο καλώδια από την ακτή.

to cable
01

αποστέλλω τηλεγράφημα, αποστέλλω μέσω καλωδίου

to send a message or telegram, especially over long distances by cable or wire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cable
γ΄ ενικό πρόσωπο
cables
ενεστώτα μετοχή
cabling
απλός αόριστος
cabled
παθητική μετοχή
cabled
Παραδείγματα
He cabled his family with the news. 

Τηλεγράφησε στην οικογένειά του με την είδηση.

02

συνδέω με καλώδιο, συνδέω με καλώδιο

to fasten, connect, or bind something with a cable 
Παραδείγματα
The workers cabled the bridge supports together. 

Οι εργάτες συνέδεσαν τα στηρίγματα της γέφυρας μαζί με καλώδιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store