Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
byzantium
01
βυζαντινός, βυζαντινό πορφυρό
having a deep, muted shade of purple with hints of red and blue, reminiscent of the color commonly associated with the Byzantine Empire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most Byzantium
συγκριτικός βαθμός
more Byzantium
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cozy blanket on the bed had a comforting Byzantium pattern.
Η ζεστή κουβέρτα στο κρεβάτι είχε έναν παρηγορητικό βυζαντινό σχέδιο.
Byzantium
01
Βυζάντιο, μια αρχαία πόλη στον Βόσπορο που ιδρύθηκε από τους Έλληνες; τόπος της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης; το 330 ο Κωνσταντίνος Α' ξαναέκτισε την πόλη και την ονόμασε Κωνσταντινούπολη και την έκανε πρωτεύουσά του
an ancient city on the Bosporus founded by the Greeks; site of modern Istanbul; in 330 Constantine I rebuilt the city and called it Constantinople and made it his capital
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
02
Βυζάντιο, Βυζαντινή Αυτοκρατορία
a continuation of the Roman Empire in the Middle East after its division in 395



























