by-product
by
baɪ
bai
pro
prɒ
pro
duct
dʌkt
dakt
byproduct

Ορισμός και σημασία του "by-product"στα αγγλικά

01

παραπροϊόν, απρόβλεπτο αποτέλεσμα

something that happens incidentally and unexpectedly as a result of something else 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
by-products
Παραδείγματα
The fermentation process yields alcohol as a by-product. 

Η διαδικασία ζύμωσης παράγει αλκοόλ ως παρενέργεια.

02

παραπροϊόν, προϊόν παράγωγο

a product made during the manufacture of something else 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store