adhesive
ad
əd
ēd
he
ˈhi:
hi
sive
sɪv
siv
cohesive

Ορισμός και σημασία του "adhesive"στα αγγλικά

01

κολλητική ουσία, κόλλα

a substance, such as glue, paste, or tape, that is used to bind two or more surfaces together by creating a bond that resists separation 
adhesive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adhesives
01

κολλητικός, κολλώδης

having the quality of sticking or bonding objects together 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adhesive
συγκριτικός βαθμός
more adhesive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, properties, bonding
Παραδείγματα
The adhesive properties of the glue ensured the pieces stayed together firmly. 

Οι κολλητικές ιδιότητες της κόλλας εξασφάλισαν ότι τα κομμάτια παρέμειναν σταθερά ενωμένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store