adhesive
Pronunciation
/ædˈhisɪv/, /ədˈhisɪv/

Ορισμός και σημασία του "adhesive"στα αγγλικά

01

κολλητική ουσία, κόλλα

a substance, such as glue, paste, or tape, that is used to bind two or more surfaces together by creating a bond that resists separation
adhesive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adhesives
01

κολλητικός, κολλώδης

having the quality of sticking or bonding objects together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adhesive
συγκριτικός βαθμός
more adhesive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She applied an adhesive strip to the torn page to repair her book.
Εφάρμοσε μια κολλητική ταινία στη σχισμένη σελίδα για να επισκευάσει το βιβλίο της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store