buttoned
buttoned
'bʌtnd
batnd

Ορισμός και σημασία του "buttoned"στα αγγλικά

01

κουμπωμένος, κλειστός με κουμπιά

fastened with buttons 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most buttoned
συγκριτικός βαθμός
more buttoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore a buttoned coat to keep warm in the cold weather. 

Φορούσε ένα κουμπωμένο παλτό για να μείνει ζεστός στον κρύο καιρό.

Λεξικό Δέντρο

unbuttoned
buttoned
button
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store