buttoned
Pronunciation
/ˈbətənd/

Ορισμός και σημασία του "buttoned"στα αγγλικά

01

κουμπωμένος, κλειστός με κουμπιά

fastened with buttons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most buttoned
συγκριτικός βαθμός
more buttoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The uniform required a fully buttoned front for a structured appearance.
Η στολή απαιτούσε ένα εντελώς κουμπωμένο μπροστινό μέρος για μια δομημένη εμφάνιση.

Λεξικό Δέντρο

unbuttoned
buttoned
button
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store