to button up
Pronunciation
/bˈʌʔn̩ ˈʌp/
/bˈʌtən ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "button up"στα αγγλικά

to button up
01

σκύβω το κεφάλι, κλείνω το στόμα μου

to stop speaking or deliberately say nothing, especially to avoid revealing information
to button up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
button
ενεστώτας
button up
γ΄ ενικό πρόσωπο
buttons up
ενεστώτα μετοχή
buttoning up
απλός αόριστος
buttoned up
παθητική μετοχή
buttoned up
Παραδείγματα
The witness buttoned up on legal advice.
Ο μάρτυρας έκλεισε το στόμα του με νομική συμβουλή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store