Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to button up
01
σκύβω το κεφάλι, κλείνω το στόμα μου
to stop speaking or deliberately say nothing, especially to avoid revealing information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
button
ενεστώτας
button up
γ΄ ενικό πρόσωπο
buttons up
ενεστώτα μετοχή
buttoning up
απλός αόριστος
buttoned up
παθητική μετοχή
buttoned up
Παραδείγματα
The witness buttoned up on legal advice.
Ο μάρτυρας έκλεισε το στόμα του με νομική συμβουλή.



























