adept
Pronunciation
/əˈdɛpt/

Ορισμός και σημασία του "adept"στα αγγλικά

01

επιδέξιος, ικανός

highly skilled, proficient, or talented in a particular activity or field
adept definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adept
συγκριτικός βαθμός
more adept
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adept athlete excels in multiple sports, demonstrating agility and strength.
Ο επιδέξιος αθλητής διακρίνεται σε πολλαπλά αθλήματα, επιδεικνύοντας ευκινησία και δύναμη.
01

ειδικός, μαέστρος

a person who possesses exceptional skill in a particular area, often to the point of impressing others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adepts
Παραδείγματα
Her reputation as an adept in crisis management earned her global recognition.
Η φήμη της ως εξπέρ στη διαχείριση κρίσεων της χάρισε παγκόσμια αναγνώριση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store