Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Butterfly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butterflies
Παραδείγματα
We learned that butterflies undergo a remarkable transformation from caterpillar to adult.
Μάθαμε ότι οι πεταλούδες υφίστανται μια αξιοσημείωτη μεταμόρφωση από κάμπια σε ενήλικα.
02
πεταλούδα, στυλ πεταλούδας
a stroke where both arms move simultaneously in a windmill motion while the legs perform a dolphin kick
Παραδείγματα
Butterfly requires significant strength and coordination.
Η πεταλούδα απαιτεί σημαντική δύναμη και συντονισμό.
to butterfly
01
φλερτάρω, ερωτοτροπώ
talk or behave amorously, without serious intentions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
butterfly
γ΄ ενικό πρόσωπο
butterflies
ενεστώτα μετοχή
butterflying
απλός αόριστος
butterflied
παθητική μετοχή
butterflied
02
ξεδιπλώνω, ανοίγω σαν πεταλούδα
cut and spread open, as in preparation for cooking
03
πεταρίζω σαν πεταλούδα, ανεμίζω σαν πεταλούδα
flutter like a butterfly
Λεξικό Δέντρο
butterfly
butter
fly



























