Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Butch
01
κούρεμα βούρτσα, κοντό κούρεμα
a closely cropped haircut; usually for men or boys
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butches
02
μια μπουτς, μια αρρενωπή λεσβία
a lesbian who presents herself in a masculine way
αργκό
Παραδείγματα
That butch wore a flannel shirt and boots to the Pride parade.
butch
01
ανδροπρεπής, αρρενωπός
describing a woman who is perceived to have masculine traits or characteristics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most butch
συγκριτικός βαθμός
more butch
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
gender, identity, appearance
02
αρρενωπός, ανδροπρεπής
with a notably masculine appearance or behavior
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
butchery
butch



























