Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bustle
01
μπάστλ, επιπλήρωμα φούστας
a framework or padding used to create a fuller rear silhouette in skirts or dresses, popular in 19th-century fashion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bustles
02
θόρυβος, φασαρία
a state of noisy commotion
03
μπάσλ, πλαίσιο φούστας
a framework worn at the back below the waist for giving fullness to a woman's skirt
to bustle
01
βιάζομαι, κινώ γρήγορα
to move energetically and with purpose, often in a hurried or bustling manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bustle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bustles
ενεστώτα μετοχή
bustling
απλός αόριστος
bustled
παθητική μετοχή
bustled
Παραδείγματα
Over the years, the neighborhood has bustled with community events and gatherings, fostering a sense of belonging among residents.
Με τα χρόνια, η γειτονιά κινήθηκε με κοινωνικές εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, ενισχύοντας μια αίσθηση ανηκτικότητας μεταξύ των κατοίκων.



























