Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bustle
01
μπάστλ, επιπλήρωμα φούστας
a framework or padding used to create a fuller rear silhouette in skirts or dresses, popular in 19th-century fashion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bustles
02
θόρυβος, φασαρία
a state of noisy commotion
03
μπάσλ, πλαίσιο φούστας
a framework worn at the back below the waist for giving fullness to a woman's skirt
to bustle
01
βιάζομαι, κινώ γρήγορα
to move energetically and with purpose, often in a hurried or bustling manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bustle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bustles
ενεστώτα μετοχή
bustling
απλός αόριστος
bustled
παθητική μετοχή
bustled
Παραδείγματα
The city streets bustle with pedestrians hurrying to their destinations during the morning rush hour.
Οι δρόμοι της πόλης ζωντανεύουν με πεζούς που βιάζονται προς τους προορισμούς τους κατά τις ώρες αιχμής το πρωί.



























