Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bush
01
θάμνος, ποώδης φυτό
a type of plant small in size with several stems in the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bushes
Παραδείγματα
The garden was neatly arranged with colorful bushes, adding structure and vibrancy to the outdoor space.
Ο κήπος ήταν τακτοποιημένος με χρωματιστές θάμνους, προσθέτοντας δομή και ζωντάνια στον εξωτερικό χώρο.
02
θάμνος, χαμόκλαδο
dense vegetation, usually consisting of short or small trees and shrubs
Παραδείγματα
The trail led through thick bush.
Το μονοπάτι περνούσε μέσα από πυκνό θάμνο.
03
μπούσ, έρημος
a large, remote wilderness area
Παραδείγματα
They traveled deep into the Australian bush.
Ταξίδεψαν βαθιά στον αυστραλιανό bush.
04
τριχώματα ηβικής περιοχής, θάμνος ηβικών τριχωμάτων
pubic hair
Παραδείγματα
Personal grooming can involve trimming the bush.
Η προσωπική περιποίηση μπορεί να περιλαμβάνει το κλάδεμα του θάμνου.
to bush
01
εξοπλίζω με μπουσί, καλύπτω με μπουσί
to equip or cover something with a bushing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bush
γ΄ ενικό πρόσωπο
bushes
ενεστώτα μετοχή
bushing
απλός αόριστος
bushed
παθητική μετοχή
bushed
Παραδείγματα
The mechanic bushed the rotating shaft to reduce friction.
Ο μηχανικός μπουσάρισε τον περιστρεφόμενο άξονα για να μειώσει την τριβή.
bush
01
χαμηλής ποιότητας, κακής ποιότητας
informal or low-quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bush
συγκριτικός βαθμός
more bush
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They stayed in a bush hotel far from the city.
Μείνανε σε ένα ξενοδοχείο θάμνων μακριά από την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
bushy
bush



























