Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bush
01
θάμνος, ποώδης φυτό
a type of plant small in size with several stems in the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bushes
Παραδείγματα
The children hid behind the bush during their game of hide and seek, enjoying the game ’s excitement.
Τα παιδιά κρύφτηκαν πίσω από τον θάμνο κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού κρυφτό, απολαμβάνοντας τον ενθουσιασμό του παιχνιδιού.
02
θάμνος, χαμόκλαδο
dense vegetation, usually consisting of short or small trees and shrubs
Παραδείγματα
The landscape was covered in scrubby bush.
Το τοπίο ήταν καλυμμένο με θάμνους.
03
μπούσ, έρημος
a large, remote wilderness area
Παραδείγματα
He retreated to the bush to escape city life.
Αποσύρθηκε στο θάμνο για να ξεφύγει από την αστική ζωή.
04
τριχώματα ηβικής περιοχής, θάμνος ηβικών τριχωμάτων
pubic hair
Παραδείγματα
Swimmers are advised to wear proper swimwear over the bush.
Συνιστάται στους κολυμβητές να φορούν κατάλληλα μαγιό πάνω από τον θάμνο.
to bush
01
εξοπλίζω με μπουσί, καλύπτω με μπουσί
to equip or cover something with a bushing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bush
γ΄ ενικό πρόσωπο
bushes
ενεστώτα μετοχή
bushing
απλός αόριστος
bushed
παθητική μετοχή
bushed
Παραδείγματα
Bearings were bushed to prevent wear.
Τα ρουλεμάν μπουσάρθηκαν για να αποφευχθεί η φθορά.
bush
01
χαμηλής ποιότητας, κακής ποιότητας
informal or low-quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bush
συγκριτικός βαθμός
more bush
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She criticized the bush design of the website.
Κριτίκε το bush σχέδιο της ιστοσελίδας.
Λεξικό Δέντρο
bushy
bush



























