Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burst out
01
σκάω, εκρήγνυμαι
to suddenly and forcefully break and release what is inside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
burst
ενεστώτας
burst out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bursts out
ενεστώτα μετοχή
bursting out
απλός αόριστος
burst out
παθητική μετοχή
burst out
Παραδείγματα
The watermelon burst out when he dropped it on the floor.
Το καρπούζι έσκασε όταν το έριξε στο πάτωμα.
02
ξεσπώ, ξεκινώ ξαφνικά
to suddenly start doing something
Παραδείγματα
Students burst out with questions when the guest speaker finished the presentation.
Οι μαθητές ξέσπασαν με ερωτήσεις όταν ο προσκεκλημένος ομιλητής τελείωσε την παρουσίαση.
03
ξεσπώ, εμφανίζομαι ξαφνικά
to suddenly become visible
Παραδείγματα
Protesters burst out into the streets to voice their anger.
Οι διαδηλωτές ξέσπασαν στους δρόμους για να εκφράσουν τον θυμό τους.



























