Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burst out
[phrase form: burst]
01
σκάω, εκρήγνυμαι
to suddenly and forcefully break and release what is inside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
burst
ενεστώτας
burst out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bursts out
ενεστώτα μετοχή
bursting out
απλός αόριστος
burst out
παθητική μετοχή
burst out
Παραδείγματα
The dam burst out, flooding the valley with water.
Το φράγμα έσκασε, πλημμυρίζοντας την κοιλάδα με νερό.
02
ξεσπώ, ξεκινώ ξαφνικά
to suddenly start doing something
Παραδείγματα
She burst out crying when she received the unexpected gift.
Αυτή ξέσπασε σε κλάματα όταν έλαβε το απροσδόκητο δώρο.
03
ξεσπώ, εμφανίζομαι ξαφνικά
to suddenly become visible
Παραδείγματα
A fire had burst out in the abandoned warehouse overnight.
Μια φωτιά είχε ξεσπάσει στην εγκαταλειμμένη αποθήκη κατά τη διάρκεια της νύχτας.



























