bursa
Pronunciation
/ˈbɝsə/

Ορισμός και σημασία του "bursa"στα αγγλικά

01

θύλακας, συνοφιαλικός θύλακας

a fluid-filled sac that reduces friction between tissues such as bones, tendons, and muscles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bursae
02

Μπούρσα, μια πόλη στη βορειοδυτική Τουρκία

a city in northwestern Turkey
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store