Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burqa
01
μπούρκα, ολοκληρωτικό πέπλο
a loose garment (usually with veiled holes for the eyes) worn by Muslim women especially in India and Pakistan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burqas



























