Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burnous
01
μπούρνους
a long hooded cloak or mantle typically made of wool and worn in North Africa and the Middle East
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
burnouses
LanGeek



























