Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burlesque
01
παρωδώ, καρικατεύρω
to imitate something in a humorous or exaggerated manner
Transitive: to burlesque sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burlesque
γ΄ ενικό πρόσωπο
burlesques
ενεστώτα μετοχή
burlesquing
απλός αόριστος
burlesqued
παθητική μετοχή
burlesqued
Παραδείγματα
The TV show burlesques reality TV conventions, poking fun at the genre's clichés.
Η τηλεοπτική εκπομπή παρωδεί τις συμβάσεις της reality TV, κοροϊδεύοντας τα κλισέ του είδους.
Burlesque
01
μπουρλέσκ, μια μορφή θεατρικής ψυχαγωγίας που περιλαμβάνει καρικατούρα και παρωδία
a form of theatrical entertainment that involves caricature and parody, often combining elements of comedy, music, dance, and striptease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burlesques
02
παρωδία, μπουρλέσκ
an absurd or comically exaggerated replication of a literary or dramatic work
burlesque
01
σχετικός με το μπουρλέσκ, χαρακτηριστικό του μπουρλέσκ
relating to or characteristic of a burlesque
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























