burgess
Pronunciation
/ˈbɝdʒəs/

Ορισμός και σημασία του "burgess"στα αγγλικά

01

αστοί, πολίτης

a person who lives in a town in England that has its own separate government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burgesses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store