Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burgess
01
αστοί, πολίτης
a person who lives in a town in England that has its own separate government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burgesses



























