Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burble
01
μουρμουρίζω, γοργορίζω
(of a liquid) to flow with a bubbling sound in an irregular way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burble
γ΄ ενικό πρόσωπο
burbles
ενεστώτα μετοχή
burbling
απλός αόριστος
burbled
παθητική μετοχή
burbled
Παραδείγματα
The brook burbled as it meandered through the forest.
Το ρυάκι βουρκολογούσε καθώς διασχίζει το δάσος.
Λεξικό Δέντρο
burbling
burble



























