Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burble
01
μουρμουρίζω, γοργορίζω
(of a liquid) to flow with a bubbling sound in an irregular way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burble
γ΄ ενικό πρόσωπο
burbles
ενεστώτα μετοχή
burbling
απλός αόριστος
burbled
παθητική μετοχή
burbled
Παραδείγματα
The hot spring burbled with warmth, inviting relaxation.
Η θερμή πηγή βούρλιζε με ζεστασιά, προσκαλώντας χαλάρωση.
Λεξικό Δέντρο
burbling
burble



























