Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bunk
01
κρεβάτι διπλό, κουκέτα
beds built one above the other
02
σκάφη, παχνί
a long trough for feeding cattle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bunks
03
κουκέτα, διπλό κρεβάτι
a narrow bed, often stacked in tiers, used in ships, trains, or other confined spaces
Παραδείγματα
The bunk beds were comfortable despite their size.
Τα κρεβάτια διπλά ήταν άνετα παρά το μέγεθός τους.
04
προσωρινό κρεβάτι, χονδρό κρεβάτι
a rough bed (as at a campsite)
05
ανοησία, ψέμα
unacceptable behavior (especially ludicrously false statements)
06
ανοησία, ασυναρτησία
a message that seems to convey no meaning
to bunk
01
το σκάω, φεύγω βιαστικά
flee; take to one's heels; cut and run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
bunks
ενεστώτα μετοχή
bunking
απλός αόριστος
bunked
παθητική μετοχή
bunked
02
παρέχω κουκέτα, εγκαθιστώ κρεβάτι κουκέτα
provide with a bunk
03
αποφεύγω, αποφεύγω την πληρωμή
avoid paying



























