Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bungled
01
αποτυχημένος, κακώς εκτελεσμένος
poorly executed or managed, resulting in a failure to achieve the intended outcome
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bungled
συγκριτικός βαθμός
more bungled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bungled negotiations between the two nations resulted in heightened tensions rather than a diplomatic resolution.
Οι κακοδιαχειριζόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο εθνών οδήγησαν σε αυξημένες εντάσεις παρά σε διπλωματική επίλυση.
Λεξικό Δέντρο
bungled
bungle



























