Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bungled
01
αποτυχημένος, κακώς εκτελεσμένος
poorly executed or managed, resulting in a failure to achieve the intended outcome
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bungled
συγκριτικός βαθμός
more bungled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
execution, management, outcome
Παραδείγματα
The bungled attempt to repair the plumbing led to a flooded basement, causing extensive damage to the property.
Η αδέξια προσπάθεια επισκευής του υδραυλικού οδήγησε σε ένα πλημμυρισμένο υπόγειο, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στην ιδιοκτησία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bungled
bungle



























