to bunch up
bunch
bʌnʧ
banch
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "bunch up"στα αγγλικά

to bunch up
01

συγκεντρώνομαι, σχηματίζω τσαμπί

form into a bunch 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bunch
ενεστώτας
bunch up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bunches up
ενεστώτα μετοχή
bunching up
απλός αόριστος
bunched up
παθητική μετοχή
bunched up
02

συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι

to become congested or gather closely together, often referring to traffic or crowds becoming tightly packed or slowed down 
Παραδείγματα
The cars bunched up near the exit, causing a major traffic jam. 

Τα αυτοκίνητα συγκεντρώθηκαν κοντά στην έξοδο, προκαλώντας μια μεγάλη κίνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store