Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bumptious
01
αλαζονικός, υπεροπτικός
too confident or proud in expressing oneself, in a way that is annoying to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bumptious
συγκριτικός βαθμός
more bumptious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became bumptious after receiving the promotion, constantly bragging about her achievements.
Έγινε αλαζόνας μετά την προαγωγή της, καυχώμενη συνεχώς για τα επιτεύγματά της.
Λεξικό Δέντρο
bumptiously
bumptiousness
bumptious



























