bumptious
Pronunciation
/bˈʌmpʃəs/

Ορισμός και σημασία του "bumptious"στα αγγλικά

01

αλαζονικός, υπεροπτικός

too confident or proud in expressing oneself, in a way that is annoying to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bumptious
συγκριτικός βαθμός
more bumptious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I find his bumptious remarks to be quite off-putting during conversations.
Βρίσκω τις αλαζονικές παρατηρήσεις του αρκετά αποκρουστικές κατά τις συζητήσεις.

Λεξικό Δέντρο

bumptiously
bumptiousness
bumptious
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store