Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bumble
01
χαλώ, καταστρέφω
make a mess of, destroy or ruin
02
τρεκλίζω, περπατώ ασταθώς
walk unsteadily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bumble
γ΄ ενικό πρόσωπο
bumbles
ενεστώτα μετοχή
bumbling
απλός αόριστος
bumbled
παθητική μετοχή
bumbled
03
βουίζω, δονώμαι
resembling the wind in speed, force, or variability
04
τραυλίζω, μουρμουρίζω
speak haltingly
Λεξικό Δέντρο
bumbler
bumbling
bumble



























