to bum around
Pronunciation
/bˈʌm ɐɹˈaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "bum around"στα αγγλικά

to bum around
01

τεμπελιάζω, περιφέρομαι άσκοπα

be lazy or idle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
bum
ενεστώτας
bum around
γ΄ ενικό πρόσωπο
bums around
ενεστώτα μετοχή
bumming around
απλός αόριστος
bummed around
παθητική μετοχή
bummed around
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store