Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bullpen
01
κοινό κελί, προσωρινή περιοχή κράτησης
a large cell where prisoners (people awaiting trial or sentence or refugees or illegal immigrants) are confined together temporarily
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullpens
02
μπουλπέν, ζώνη προθέρμανσης των αναπληρωματικών pitchers
a designated area beyond the outfield where relief pitchers warm up before entering a game
Παραδείγματα
The pitchers in bullpen cheered as their teammate struck out the side in the inning.
Οι ρίπτες στο bullpen ζητωκραύγασαν όταν ο συμπαίκτης τους σκόραρε όλους τους μπατάδες στο inning.
Λεξικό Δέντρο
bullpen
bull
pen



























