bullock
bu
ˈbʊ
boo
llock
lək
lēk
ballockbollock

Ορισμός και σημασία του "bullock"στα αγγλικά

01

νεαρός ευνουχισμένος ταύρος, ταύρος

a young male cow with its sex organs removed 
bullock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bullocks
αρσενικό ενικό
bullock
neutral form
steer
02

ταυράκι, νέος ταύρος

young bull 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bullocky
bullock
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store