bullfight
bull
ˈbʊl
bool
fight
faɪt
fait

Ορισμός και σημασία του "bullfight"στα αγγλικά

01

ταυρομαχία

a public entertainment, particularly in Spain, in which someone fights a bull and usually kills it 
bullfight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bullfights
Παραδείγματα
The matador prepared meticulously for the bullfight, checking his cape and sword one last time. 

Ο ματαδόρ προετοιμάστηκε σχολαστικά για την ταυρομαχία, ελέγχοντας για τελευταία φορά την κάπα και το σπαθί του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bullfight

bull

+

fight

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store