Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulletin
01
δελτίο, σύντομο ειδησεογραφικό πρόγραμμα
a brief news program that is broadcast on the radio or television
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulletins
Παραδείγματα
The company 's CEO addressed employees in a bulletin regarding the upcoming changes to the organization.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας απευθύνθηκε στους εργαζόμενους σε ένα δελτίο σχετικά με τις επερχόμενες αλλαγές στον οργανισμό.
to bulletin
01
ανακοινώνω, δημοσιεύω
to announce or make public through a formal notice or bulletin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulletin
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulletins
ενεστώτα μετοχή
bulletining
απλός αόριστος
bulletined
παθητική μετοχή
bulletined
Παραδείγματα
Authorities bulletined the latest travel advisories.
Οι αρχές δημοσίευσαν τις τελευταίες συμβουλές ταξιδιού.



























