Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulletin
01
δελτίο, σύντομο ειδησεογραφικό πρόγραμμα
a brief news program that is broadcast on the radio or television
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulletins
Παραδείγματα
The radio station interrupted its regular programming to deliver a breaking news bulletin.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός διέκοψε το κανονικό του πρόγραμμα για να μεταδώσει ένα δελτίο επειγόντων ειδήσεων.
to bulletin
01
ανακοινώνω, δημοσιεύω
to announce or make public through a formal notice or bulletin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulletin
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulletins
ενεστώτα μετοχή
bulletining
απλός αόριστος
bulletined
παθητική μετοχή
bulletined
Παραδείγματα
The school bulletined the exam schedule to all students.
Το σχολείο ανακοίνωσε το πρόγραμμα των εξετάσεων σε όλους τους μαθητές.



























