Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bullet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullets
Παραδείγματα
The soldier loaded the bullet into his rifle, preparing for battle.
Ο στρατιώτης φόρτωσε τη σφαίρα στο τουφέκι του, ετοιμαζόμενος για μάχη.
02
γρήγορη μπάλα, βολίδα
(baseball) a pitch thrown with maximum velocity
03
σφαίρα, βόλι
a high-speed passenger train



























