built-up
Pronunciation
/bˈɪltˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "built-up"στα αγγλικά

01

κατοικημένος, αποικισμένος

peopled with settlers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most built-up
συγκριτικός βαθμός
more built-up
διαβαθμίσιμο
02

χτισμένος, αστικοποιημένος

(of an area or place) having many buildings, roads, and other structures
Παραδείγματα
There are fewer parks in the built-up areas of the city.
Υπάρχουν λιγότερα πάρκα στις χτισμένες περιοχές της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store