Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bugger
01
Γαμώτο !, Ανάθεμα !
an exclamation of frustration, surprise, or annoyance
Dialect
British
χυδαίο
Παραδείγματα
Bugger! I just missed the last train home.
Ανάθεμα! Μόλις έχασα το τελευταίο τρένο για το σπίτι.
Bugger
01
ενοχλητικός, καταραμένος
a person who is annoying, unlucky, or mildly contemptible
Dialect
British
προσβλητικό
Παραδείγματα
He's a cheeky little bugger always pulling pranks.
Είναι ένα μικρό ατακτικό που κάνει πάντα φάρσες.
02
πουστης, σόδομος
someone who engages in anal copulation (especially a male who engages in anal copulation with another male)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buggers
to bugger
01
συνωμοσία, πισωκολλώ
to perform anal intercourse on someone
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bugger
γ΄ ενικό πρόσωπο
buggers
ενεστώτα μετοχή
buggering
απλός αόριστος
buggered
παθητική μετοχή
buggered
Παραδείγματα
He bragged about buggering his girlfriend last night.
Κουβέντιαζε ότι σόδομισε τη φίλη του χθες το βράδυ.



























