budgie
budgie
bʌd‌ʒi
badzhi
budge
budgerigar

Ορισμός και σημασία του "budgie"στα αγγλικά

01

παπαγαλάκι, budgie

a small, colorful Australian parrot species that is popular as a pet bird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
budgies
Παραδείγματα
She taught her budgie to say a few words. 

Δίδαξε στον παπαγάλο της να λέει μερικές λέξεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store