Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bubbler
01
συντριβάνι πόσιμου νερού, πιθάρι πόσιμου νερού
(Wisconsin, parts of the Midwest) a drinking fountain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bubblers
Παραδείγματα
The bubbler is broken, so we need another water source.
Ο bubbler είναι χαλασμένος, οπότε χρειαζόμαστε άλλη πηγή νερού.
02
φυσαλίδα, συσκευή δημιουργίας φυσαλίδων
any of various devices in which air or some other gas is bubbled through a liquid
Λεξικό Δέντρο
bubbler
bubble



























