Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bubbler
01
συντριβάνι πόσιμου νερού, πιθάρι πόσιμου νερού
(Wisconsin, parts of the Midwest) a drinking fountain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bubblers
Παραδείγματα
The kids ran to the bubbler after recess.
Τα παιδιά έτρεξαν στο σιντριβάνι μετά το διάλειμμα.
02
φυσαλίδα, συσκευή δημιουργίας φυσαλίδων
any of various devices in which air or some other gas is bubbled through a liquid
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bubbler
bubble



























