Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brussels sprout
01
λαχανάκια Βρυξελλών, βλαστάρια Βρυξελλών
a small round green vegetable from the cabbage family, used in cooking
Παραδείγματα
A drizzle of balsamic vinegar can enhance the flavor of roasted Brussels sprouts.
Λίγη βαλσάμικο ξύδι μπορεί να ενισχύσει τη γεύση των ψημένων λαχανικών Βρυξελλών.
02
βαρετός άνθρωπος, ανιαρός άνθρωπος
a dull, boring, or undesirable person
Informal
Offensive
Παραδείγματα
He felt like a Brussels sprout standing next to the charismatic host.
Ένιωθε σαν ένα λαχανάκι Βρυξελλών που στέκεται δίπλα στον χαρισματικό οικοδεσπότη.



























