Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brush down
[phrase form: brush]
01
βουρτσίζω, χτενίζω
to use a brush or one's hand to clean or tidy oneself, someone, or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
brush
ενεστώτας
brush down
γ΄ ενικό πρόσωπο
brushes down
ενεστώτα μετοχή
brushing down
απλός αόριστος
brushed down
παθητική μετοχή
brushed down
Παραδείγματα
After the unexpected fall in the mud, he quickly stood up and began to brush himself down, trying to remove the dirt from his clothes.
Μετά την απροσδόκητη πτώση στη λάσπη, σηκώθηκε γρήγορα και άρχισε να σκουπίζεται, προσπαθώντας να αφαιρέσει τη βρωμιά από τα ρούχα του.



























