Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brush down
01
βουρτσίζω, χτενίζω
to use a brush or one's hand to clean or tidy oneself, someone, or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
brush
ενεστώτας
brush down
γ΄ ενικό πρόσωπο
brushes down
ενεστώτα μετοχή
brushing down
απλός αόριστος
brushed down
παθητική μετοχή
brushed down
Παραδείγματα
The hairstylist took a moment to brush down the frizzy hair, creating a neater appearance.
Ο κομμωτής πήρε μια στιγμή για να βουρτσίσει τα κατσαρά μαλλιά, δημιουργώντας μια πιο τακτική εμφάνιση.



























